Καρδιολογικό Βήμα

Πρόληψη και θεραπεία καρδιοπαθειών

Σακχαρώδης διαβήτης


Σύντομη περιγραφή-ορισμός


Αποτελεί σύνδρομο διαταραχής του μεταβολισμού, το οποίο χαρακτηρίζεται από παθολογικώς αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Οφείλεται ή σε απόλυτη ανεπάρκεια εκκρίσεως ινσουλίνης, ή σε περιορισμό της της δραστικότητας της ή και στα δυο μαζί.

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ


Ο κλινικός σακχαρώδης διαβήτης χωρίζεται σε πρωτοπαθή (δεν συσχετίζεται άμεσα με άλλα νοσήματα) και δευτεροπαθή (υπάρχει σαφής αιτιολογική συσχέτιση με κάποιο νόσημα).
Κλινικά ο πρωτοπαθής σακχαρώδης διαβήτης διαιρείται σε δυο μεγάλες κατηγορίες: Τον διαβήτη τύπου 1 ή ινσουλινοεξαρτώμενο και τον διαβήτη τύπου 2 ή μη ινσουλινοεξαρτώμενο. Ο τύπος MODY αποτελεί ενδιάμεση κατηγορία.
-Ο διαβήτης τύπου 1, εμφανίζεται σε άτομα νεαρής ηλικίας (σε μερικές όμως περιπτώσεις σε αδύνατους ενήλικες και σε ηλικιωμένους κατά την πρώτη εμφάνιση της υπεργλυκαιμίας) και η ινσουλίνη πρακτικά απουσιάζει στο αίμα.
-Ο διαβήτης τύπου 2, εμφανίζεται συνήθως σε παχύσαρκα ενήλικα άτομα, με επίπεδα ινσουλίνης στο αίμα που δεν επαρκούν για την ρύθμιση των επιπέδων γλυκόζης.
-Ο διαβήτης τύπου MODY είναι διαβήτης των ενηλίκων που παρουσιάζεται σε άτομα νεαρής ηλικίας.
Κλινικά ο δευτεροπαθής σακχαρώδης διαβήτης προκαλείται από :
-παγκρεατικά νοσήματα πχ.,χρόνια παγκρεατίτιδα σε αλκοολικούς
-ορμονικές διαταραχές πχ., μεγαλακρία, σύνδρομο Cushing, φαιοχρωμοκύτωμα
-διαταραχές των υποδοχέων ινσουλίνης
-γενετικά σύνδρομα λιποδυστροφίες, μυοτονικές δυστροφίες
-φάρμακα ή χημικές ουσίες κορτικοστεροειδή, αδρεναλίνη κλπ.

ΕΠΙΠΤΩΣΗ


Υπολογίζεται ότι 5.500.000 άτομα στις ΗΠΑ είναι διαβητικοί, από τους οποίους οι 440.000 έχουν διαβήτη τύπου 1. Παγκοσμίως, η επίπτωση του σακχαρώδους διαβήτη στον γενικό πληθυσμό κυμαίνεται από 1,5-2,5%, με τον διαβήτη τύπου 2 να είναι 7-8 φορές πιο συχνός.

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ


1. Εξέταση ούρων : Διαπιστώνεται η ύπαρξη γλυκοζουρίας και κετονουρίας.
2. Εξέταση αίματος : Α. Μέτρηση επιπέδων γλυκόζης στο πλάσμα, με τον ασθενή σε κατάσταση νηστείας. Εάν η γλυκόζη νηστείας είναι > από 140 mg%, σε περισσότερες από δυο περιπτώσεις, τότε ο ασθενής θεωρείται διαβητικός. Β. Εξέταση ανοχής στην γλυκόζη: Σε αμφίβολες καταστάσεις, εφαρμόζεται η τυποποιημένη δοκιμασία χορήγησης γλυκόζης από το στόμα. Συγκεκριμένα, μετά από ολονύχτια νηστεία, χορηγούνται στον ασθενή 75 gr γλυκόζης και μετριούνται τα επίπεδα της γλυκόζης στο πλάσμα σε διάφορες χρονικές στιγμές μέχρι και δυο ώρες. Εάν η τιμή της γλυκόζης είναι < από 140 mg% στο δίωρο και χωρίς να έχει μεσολαβήσει τιμή > από 200 mg%, η εξέταση θεωρείται φυσιολογική. Για να τεθεί η διάγνωση του διαβήτη, απαιτείται τιμή γλυκόζης > από 200 mg% στο δίωρο και τουλάχιστον μια φορά ακόμη σε κάποια ενδιάμεση μέτρηση. Τιμές υψηλότερες από τα φυσιολογικά πρότυπα, που δεν πληρούν τα κριτήρια για την διάγνωση του διαβήτη, θεωρούνται ως «παθολογική ανοχή» στην γλυκόζη. Γ. Επίπεδα ινσουλίνης κατά τη δοκιμασία ανοχής γλυκόζης : Η αντίδραση στην παραγωγή ινσουλίνης των διαβητικών κατά τη διάρκεια της νηστείας δεν είναι φυσιολογική. Δ. Μετρήσεις γλυκοσυλιωμένης αιμοσφαιρίνης : Βρίσκεται σε παθολογικά υψηλά επίπεδα στους διαβητικούς με χρόνια υπεργλυκαιμία και αντανακλά το μεταβολικό τους επίπεδο. Παρέχει πολύτιμο μέσο ελέγχου της ακρίβειας και της αξιοπιστίας της ρύθμισης της γλυκόζης και βοηθά στην προσαρμογή της θεραπείας. Οι μετρήσεις πρέπει να γίνονται σε κάθε ασθενή με οποιοδήποτε τύπο σακχαρώδη διαβήτη με μεσοδιαστήματα 3 έως 4 μηνών.
3. Τριχοειδική μορφομέτρηση : Γίνεται βιοψία του τετρακέφαλου μυός, η βασική τριχοειδική μεμβράνη του οποίου, εμφανίζει πάχυνση σε καταστάσεις διαβήτη σε ενηλίκους.

ΔΙΑΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ


H διαφορική διάγνωση θα πρέπει να γίνει από νεφρικές παθήσεις που προκαλούν γλυκοζουρία, από την γλυκοζουρία και την λακτοζουρία των τελευταίων εβδομάδων της κύησης και της γαλουχίας και από σπάνιες συγγενείς διαταραχές μεταβολισμού που προκαλούν αποβολή φρουκτόζης ή γαλακτόζης από τα ούρα. Η εμφάνιση σακχαρώδη διαβήτη θα πρέπει πάντα να οδηγεί στην διερεύνηση για την ύπαρξη πιθανής υποκείμενης και δυνητικά ιατής πρωτοπαθούς αιτίας.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ


Η περίοδος μεταξύ 10-20 ετών μετά την έναρξη του διαβήτη φαίνεται να είναι η κρίσιμη. Εάν ο ασθενής επιβιώσει σε αυτήν την περίοδο χωρίς επιπλοκές, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ότι θα συνεχίσει να ζει με σχετικά καλό επίπεδο ζωής.


Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1

Αλλες ονομασίες


Νεανικός σακχαρώδης διαβήτης, ινσουλινοεξαρτώμενος

Σύντομη περιγραφή-ορισμός


Είναι ο διαβήτης που εμφανίζεται σε άτομα νεαρής ηλικίας (σε μερικές όμως περιπτώσεις σε αδύνατους ενήλικες και σε ηλικιωμένους κατά την πρώτη εμφάνιση της υπεργλυκαιμίας) και η ινσουλίνη πρακτικά απουσιάζει στο αίμα.

ΠΑΘΟΓΕΝΕΣΗ


Την στιγμή που εμφανίζεται, τα περισσότερα από τα β-κύτταρα του παγκρέατος έχουν ήδη καταστραφεί. Η φύση της καταστροφής είναι αυτοάνοση (δηλ σε κάποια στιγμή ο οργανισμός στρέφεται εναντίον των β-κυττάρων). Το γιατί είναι ακόμη ασαφές. Ενοχοποιούνται γενετικοί παράγοντες (επίπτωση στα μονοζυγωτικά δίδυμα 33%, συσχέτιση με σύστημα HLA [σύστημα αντιγόνων ιστοσυμβατότητας], όταν ο πατέρας εμφανίζει σακχαρώδη διαβήτη, η πιθανότητα να εμφανίσει το παιδί είναι 8%) και περιβαλλοντολογικοί παράγοντες (ιοί, τοξικές ή φαρμακευτικές ουσίες).

ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ


Εμφανίζεται πριν από τα 40, ο ασθενής έχει φυσιολογικό ή ελλατωμένο σωματικό βάρος, η ινσουλίνη πλάσματος είναι απούσα ή σε πολύ χαμηλά επίπεδα, η γλυκαγόνη πλάσματος είναι αυξημένη, δεν ανταποκρίνεται με την χορήγηση αντιδιαβητικών δισκίων και η άμεση επιπλοκή είναι η κετοξέωση.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΟΛΟΓΙΑ


Ο τύπος 1 χαρακτηρίζεται από έντονη πολυουρία και πολυδιψία, έντονη αδυναμία ή κόπωση και από το συνδυασμό πολυφαγίας με απώλεια βάρους. Η νυκτερινή ενούρηση είναι έντονη, ενώ οι εκδηλώσεις από τους οφθαλμούς και τα νεύρα είναι λιγότερο εμφανείς.

Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2

Αλλες ονομασίες


Σακχαρώδης διαβήτης των ενηλίκων, μη ινσουλινοεξαρτώμενος σακχαρώδης διαβήτης

Σύντομη περιγραφή-ορισμός


Ο διαβήτης τύπου 2, εμφανίζεται συνήθως σε παχύσαρκα ενήλικα άτομα, με επίπεδα ινσουλίνης στο αίμα που δεν επαρκούν για την ρύθμιση των επιπέδων γλυκόζης.

ΠΑΘΟΓΕΝΕΣΗ


Φαίνεται ότι εξαρτάται από πολλά διαφορετικά γονίδια. Η γενετική επιρροή φαίνεται ότι είναι πολύ ισχυρή, καθ' ότι τα μονοζυγωτικά δίδυμα εμφανίζουν την νόσο με συχνότητα 80% και η οικογενής εμφάνιση είναι υψηλότερη από ότι στον τύπο 1.

ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ


Εμφανίζεται μετά την ηλικία των 40, ο ασθενής είναι παχύσαρκος, η ινσουλίνη πλάσματος είναι φυσιολογική ή υψηλή, η γλυκαγόνη πλάσματος είναι αυξημένη, ανταποκρίνεται στα αντιδιαβητικά δισκία και η άμεση επιπλοκή είναι το υπερωσμωτικό κώμα.

ΚΛΙΝΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ


Ο διαβήτης τύπου 2, συχνά είναι ασυμπτωματικός, μπορεί να παρουσιαστεί με υποτροπιάζουσες διαταραχές οράσεως, με περιφερική νευροπάθεια ή κνησμό των γεννητικών οργάνων. Η πολυφαγία με απώλεια βάρους μπορεί να ελλείπει, όπως και η νυχτερινή ενούρηση. Η πολυουρία και η πολυδιψία δεν είναι τόσο εμφανείς όπως στον τύπο 1.

ΙΝΣΟΥΛΙΝΗ
Η ινσουλίνη ενδείκνυται για τον τύπο 1 σακχαρώδη διαβήτη και για τους διαβητικούς τύπου 2 με χαμηλά επίπεδα ινσουλίνης που δεν ανταποκρίνονται στο συνδυασμό δίαιτας και αντιδιαβητικών δισκίων που δίνονται από το στόμα.
Υπάρχουν ινσουλίνες ταχείας, μέσης και βραδείας δράσεως, οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν αυτούσιες ή σε μείγματα. Σήμερα είναι πολύ συνηθισμένη η χρησιμοποίηση μειγμάτων ταχείας και μέσης δράσεως ινσουλίνης. Η δόση της ινσουλίνης θα καθορισθεί με βάση το προφίλ του διαβητικού. Στόχος του κλινικού ιατρού θα πρέπει να είναι να μιμηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο την έκκριση ινσουλίνης από τον οργανισμό. Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και προσαρμογή της δόσης σε καταστάσεις που είτε απορρυθμίζουν το σάκχαρο (λοιμώξεις, στρες, τραύματα), είτε κατεβάζουν τα επίπεδά του (αύξηση σωματικής αύξησης, διαφορετική δίαιτα).
Το πιο συχνό ίσως πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο κλινικός, είναι το φαινόμενο της πρωινής υπεργλυκαιμίας, δηλαδή το πώς θα προσδιορίσει την θεραπευτική δόση της ινσουλίνης, όταν τα επίπεδα γλυκόζης είναι υψηλά τις πρωινές ώρες πριν το πρόγευμα. Αυτή η πρωινή υπεργλυκαιμία οφείλεται : α) στο φαινόμενο Somogyi- κατά τη διάρκεια της νύκτας, εξαιτίας υπογλυκαιμικού επεισοδίου, έχουμε την υπερέκκριση αντιρροπιστικών ορμονών, για την παραγωγή υψηλών επιδέδων γλυκόζης, β) στην εξασθένιση της κυκλοφορούσης ινσουλίνης και γ) στο φαινόμενο της αυγής- κατά τη διάρκεια της αυγής παρατηρείται μειωμένη ευαισθησία των ιστών στην ινσουλίνη, πιθανώς λόγω αυξημένης παραγωγής αυξητικής ορμόνης.
Ένα άλλο φαινόμενο που παρατηρείται στη θεραπεία με ινσουλίνη είναι ο λεγόμενος μήνας του μέλιτος των διαβητικών. Κατ' αυτό, μετά την έναρξη της θεραπείας με ινσουλίνη, απαιτούνται όλο και μικρότερες δόσεις για τη ρύθμιση των επιπέδων γλυκόζης στο πλάσμα και κάποια στιγμή μπορεί να κατστεί και μη αναγκαία η χορήγηση ινσουλίνης για ποικίλο χρονικό διάστημα.
Οι επιπλοκές της ινσουλινοθεραπείας είναι η εμφάνιση υπογλυκαιμίας, καθώς και η εμφάνιση ανοσολογικών εκδηλώσεων, όπως είναι οι αλλεργικές εκδηλώσεις απέναντι στην ινσουλίνη, η ανοσολογική αντίσταση στην ινσουλίνη και η λιποδυστροφία στην θέση της ένεσης.

Αρχείο Αναρτήσεων