Καρδιολογικό Βήμα

Πρόληψη και θεραπεία καρδιοπαθειών

Θεραπεία Σακχαρώδη Διαβήτη

Ο κύριος στόχος στη θεραπευτική αντιμετώπιση του διαβήτη είναι να διατηρούμε το σάκχαρο του αίματος όσον το δυνατόν πιο κοντά στα φυσιολογικά όρια. Αν αυτό επιτυγχάνεται αποφεύγεται ο κίνδυνος της εμφάνισης των χρόνιων επιπλοκών του διαβήτη.

O σακχαρώδης διαβήτης, ένα σοβαρό ιατρικό, κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα, αφορά όλο και περισσότερους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Το κόστος της αντιμετώπισής του είναι τεράστιο εξαιτίας κυρίως των σοβαρών χρονίων επιπλοκών του, όπως της βλάβης που προκαλεί στα μάτια (αμφιβληστρειδοπάθεια), στα νεφρά (νεφρική ανεπάρκεια) και στα περιφερικά νεύρα (έλκη κάτω άκρων - φλεγμονές). Τα μεγάλα αγγεία του σώματος προσβάλλονται επίσης πολύ συχνά, όπως π.χ. της καρδιάς (στηθάγχη - έμφραγμα μυοκαρδίου), του εγκεφάλου (αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια) και των κάτω άκρων (γάγγραινα - ακρωτηριασμοί). Οι επιπλοκές αυτές, των οποίων η αντιμετώπιση είναι πολύ δύσκολη, εμφανίζονται συνήθως μετά από πολλά χρόνια αρρύθμιστου διαβήτη.
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει τρόπος ριζικής θεραπείας του σακχαρώδη διαβήτη. Έχει όμως αποδειχθεί αδιαμφισβήτητα ότι, με τις σύγχρονες θεραπευτικές μεθόδους, ασθενείς και με τους δύο τύπους του διαβήτη μπορούν να έχουν τιμές σακχάρου πολύ κοντά στις φυσιολογικές καθόλο το εικοσιτετράωρο, με αποτέλεσμα οι επιπλοκές να εμφανίζονται σπάνια η έστω πολύ καθυστερημένα. O διαβητικός και ο θεράπων ιατρός πρέπει να επιδιώκουν συνεχώς την καλύτερη δυνατή ρύθμιση και δεν πρέπει ποτέ να επαναπαύονται.
Ο θεμέλιος λίθος της θεραπευτικής αντιμετώπισης του διαβήτη είναι η δίαιτα, δηλαδή μια σχεδιασμένη υγιεινή διατροφή που περιέχει όλες τις απαραίτητες θρεπτικές ουσίες και έχει στόχο την απόκτηση και διατήρηση του κανονικού βάρους του σώματος, τη διατήρηση του σακχάρου σε φυσιολογικά επίπεδα, την αποφυγή υπογλυκαιμιών και τη ρύθμιση των λιπιδίων του αίματος και της αρτηριακής πίεσης που και αυτά είνα συχνά αυξημένα.
Στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ινσουλινοεξαρτώμενος διαβήτης), τα πάσχοντα άτομα, που είναι συνήθως νεαρής ηλικίας, χρειάζονται από την πρώτη στιγμή της διάγνωσης και για όλη τους τη ζωή θεραπεία με ινσουλίνη. Στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 αντίθετα, που είναι και ο πιο συχνός, οι ασθενείς μπορούν για αρκετά χρόνια να ρυθμίζονται ικανοποιητικά με δίαιτα και αντιδιαβητικά δισκία πριν χρησιμοποιήσουν την ινσουλίνη. Tα άτομα που υποβάλλονται σε ινσουλινοθεραπεία είναι υποχρεωμένα να ενίουν τουλάχιστον δύο ενέσεις ινσουλίνης ημερησίως (κάποτε και 4 ή και περισσότερες), ούτως ώστε να καλύπτονται όσο το δυνατόν σωστότερα οι ανάγκες τους σε ινσουλίνη. Σήμερα, οι διαβητικοί και των δύο τύπων διαβήτη μπορούν να διατηρούν το σάκχαρό τους κοντά στο φυσιολογικό, εφόσον εφαρμόζουν τη λεγόμενη «εντατικοποιημένη» ινσουλινοθεραπεία. Αυτό σημαίνει συνεχή εκπαίδευση στο διαβήτη, πολλαπλές ενέσεις ινσουλίνης το 24ωρο, πολλαπλές μετρήσεις σακχάρου με τους φορητούς μετρητές γλυκόζης αίματος (αυτοέλεγχος) και συνεχή αναπροσαρμογή δόσεων ινσουλίνης βάσει των αποτελεσμάτων του αυτοελέγχου. Η ανακάλυψη νέων ινσουλινών (ανάλογα ινσουλίνης) με προφίλ δράσης ομοιάζον με αυτό του μη διαβητικού ατόμου διευκόλυνε τα μέγιστα την επίτευξη του στόχου αυτού. Τα εντατικοποιημένα αυτά σχήματα θεραπείας επιτρέπουν ευελιξία στις ώρες και στην ποσότητα των γευμάτων, καθώς και στις υπόλοιπες δραστηριότητες των διαβητικών (εργασία, άθληση κ.λ.π.), ενώ προσφέρουν καλύτερη ρύθμιση με λιγότερες υπογλυκαιμίες. Οι φορητές υποδόριες αντλίες ινσουλίνης χορηγούν συνεχώς ινσουλίνη σε δόση που δύναται να τροποποιείται από το χρήστη και είναι κατάλληλες για διαβητικούς με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και δυσκολία ρύθμισης ή με στόχο την τέλεια ρύθμιση, όπως π.χ. έγκυες με σακχαρώδη διαβήτη.

Στο διαβήτη τύπου 2 έχουν θέση και τα αντιδιαβητικά δισκία, όταν η δίαιτα και η άσκηση από μόνες τους δεν επαρκούν να ρυθμίσουν σωστά ένα διαβητικό. Τα αντιδιαβητικά δισκία χρησιμοποιούνται πιο νωρίς και σε συνδυασμούς για καλύτερες τιμές σακχάρου αίματος όλες τις ώρες του 24ώρου (πριν και μετά τα γεύματα) και μπορούν να συνδυασθούν κάποτε και με ινσουλίνη.
Όταν μετά παρέλευση αρκετών ετών (συνήθως 5-15) τα χάπια παύουν να δρούν, οι ασθενείς πρέπει να μετατάσσονται σε ινσουλίνη αρκετά εγκαίρως και να μην αφήνονται αρρύθμιστοι για πολλά χρόνια με ολέθριες για αυτούς συνέπειες.
Εκτός από την καθημερινή παρακολούθηση του σακχάρου, ο διαβητικός θα πρέπει να ελέγχει και τη μακροχρόνια ρύθμιση του διαβήτη του μετρώντας στο εργαστήριο ανά τρίμηνο την γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη του. Όσο χαμηλότερη είναι αυτή, τόσο καλύτερη είναι η ρύθμιση και τόσο χαμηλότερος ο κίνδυνος επιπλοκών του διαβήτη. Η πρώιμη ανίχνευση και η αντιμετώπιση των επιπλοκών του διαβήτη αποτελούν τη μεγαλύτερη πρόκληση για τον ιατρό που ασχολείται με διαβητικούς. Ενδεικτικώς αναφέρουμε την ανίχνευση λευκώματος στα ούρα με ειδική τεχνική (μικρολευκωματινουρία), η οποία θεωρείται δείκτης αρχόμενης νεφρικής βλάβης, καθώς και παράγων κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα. Με την κατάλληλη αγωγή η κατάσταση αυτή μπορεί να υποστραφεί, γεγονός πολύ ευνοϊκό για τον ασθενή.

Αρχείο Αναρτήσεων