Καρδιολογικό Βήμα

Πρόληψη και θεραπεία καρδιοπαθειών

Στένωση της αορτικής βαλβίδας

Η στένωση της αορτικής βαλβίδας είναι η πιο κοινή βαλβιδική νόσος των ενηλίκων.

Παρά ταύτα, σύμφωνα με προσφάτως δημοσιευμένα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Καρδιολογίας, περίπου το 33% των ασθενών ηλικίας μεγαλύτερης των 75 ετών με σοβαρή στένωση δεν υποβάλλονται σε χειρουργική αντικατάσταση της βαλβίδας, λόγω σημαντικών συνυπαρχόντων προβλημάτων υγείας (νεφρική ανεπάρκεια, βαρύ βρογχικό άσθμα, καρκίνος). Αυτό έκανε απαραίτητη την ανακάλυψη νέων μεθόδων αντικατάστασης της αορτικής βαλβίδας σε έντονα συμπτωματικούς, υψηλού κινδύνου ασθενείς που δεν μπορούν να υποβληθούν σε εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς.
Το 2002, έγινε στη Γαλλία με καθετηριασμό η πρώτη χωρίς εγχείρηση αντικατάστασης της αορτικής βαλβίδας σε ασθενή με σοβαρού βαθμού στένωση της αορτικής βαλβίδας και βαριά καρδιακή ανεπάρκεια. Η τεχνητή αορτική βαλβίδα προωθήθηκε από τη μηριαία φλέβα του ασθενή στις δεξιές κοιλότητες, μετά στις αριστερές και, τελικά, τοποθετήθηκε στη θέση της στενωμένης αορτικής βαλβίδας.
Ο ασθενής έζησε για 4 μήνες μετά την επέμβαση, αλλά δυστυχώς τελικά απεβίωσε λόγω ισχαιμικών επιπλοκών από το πόδι. Εκτοτε, η τεχνική της αντικατάστασης της αορτικής βαλβίδας με καθετηριασμό έχει εξελιχθεί, ενώ μέχρι σήμερα έχουν γίνει περισσότερες από 200 επεμβάσεις παγκοσμίως με ελπιδοφόρα αποτελέσματα.
Οι τεχνητές βαλβίδες που χρησιμοποιούνται στην κλινική πράξη είναι δύο. Η μία αποτελείται από μια βαλβίδα με τρεις πτυχές από περικάρδιο αλόγου και μια μεταλλική πρόσθεση (stent) από ανοξείδωτο ατσάλι (διαστάσεις: 23-26 mm). Η συγκεκριμένη βαλβίδα είναι τοποθετημένη πάνω σε ένα ειδικό μπαλόνι, το οποίο εκπτύσσεται, με αποτέλεσμα η βαλβίδα να απελευθερώνεται και να εμφυτεύεται στο σημείο της στενωμένης αορτικής βαλβίδας.
Αντίστοιχα, και η άλλη τεχνητή βαλβίδα αποτελείται από μια βαλβίδα επίσης με τρεις πτυχές και από μία μεταλλική πρόσθεση, η οποία δεν χρειάζεται μπαλόνι για να εμφυτευτεί, αλλά είναι αυτοεκπτυσσόμενη. Η συγκεκριμένη βαλβίδα είναι φτιαγμένη από περικάρδιο χοίρου. Δύο είναι τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της αυτοεκπτυσσόμενης βαλβίδας: μπορεί να προσαρμοστεί σε βαριά παραμορφωμένες αορτικές βαλβίδες και δεν παρουσιάζει ελαστική επαναφορά μετά την εμφύτευσή της, διατηρώντας την αρχική της μορφολογία και διάμετρο.
Οι πρώτες εμφυτεύσεις έγιναν, όπως περιγράφηκε, μέσω της μηριαίας φλέβας, ενώ τελευταία προτιμάται η μηριαία αρτηρία. Στη μηριαία αρτηρία τοποθετείται ένας σωλήνας (θηκάρι) διαμέτρου 6-9 mm, αναλόγως με τη διάμετρο και το είδος της προσθετικής βαλβίδας, μέσω του οποίου προωθείται έως τη στενωμένη αορτική βαλβίδα το σύστημα της τεχνητής βαλβίδας. Η ακριβής τοποθέτηση της βαλβίδας γίνεται με συνδυασμό ακτινοσκόπησης και καρδιακού υπερήχου (διοισοφάγειου ή ενδοκαρδιακού).
Για την ώρα, η χωρίς εγχείρηση εμφύτευση της προσθετικής αορτικής βαλβίδας είναι μια πολύπλοκη διαδικασία, που γίνεται από ομάδα γιατρών διαφόρων ειδικοτήτων (επεμβατικών καρδιολόγων, καρδιοχειρουργών και αναισθησιολόγων) και με τη βοήθεια συσκευών υποστήριξης της καρδίας. Γι' αυτό, η συγκεκριμένη επέμβαση διενεργείται μόνο σε εξειδικευμένα κέντρα και για καθαρά παρηγορητικούς λόγους, με σκοπό την άμεση ανακούφιση έντονα συμπτωματικών ασθενών που δεν μπορούν να χειρουργηθούν. Οσο βελτιώνονται το μέγεθος και η ποιότητα των χρησιμοποιούμενων υλικών και μειώνεται ο κίνδυνος των επιπλοκών, τόσο η μέθοδος θα εδραιώνεται. Επιπλέον, όσο αυξάνεται η εμπειρία, θα γίνεται σωστότερη επιλογή ασθενών και καλύτερη μακροχρόνια παρακολούθηση αυτών μετά την επέμβαση. Ενδεχομένως στο μέλλον, η αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας με καθετηριασμό να αποτελεί μέθοδο ρουτίνας, ενώ η επέμβαση ανοιχτής καρδιάς να είναι αναπόφευκτη μόνο σε ένα πολύ μικρό ποσοστό ασθενών.

Αρχείο Αναρτήσεων