Καρδιολογικό Βήμα

Πρόληψη και θεραπεία καρδιοπαθειών

Καρδιολογικές εξετάσεις

Τα καρδιαγγειακά προβλήματα αποτελούν τη μεγαλύτερη απειλή για τον σύγχρονο άνθρωπο, καθώς αποτελούν την κύρια αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας παγκοσμίως. Στη χώρα μας, κοστίζουν ετησίως τη ζωή σε περισσότερους από 47.000 ανθρώπους, σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΣΥΕ).

Τη μεγαλύτερη σημασία, από πλευράς σοβαρότητας και συχνότητας, έχει η στεφανιαία νόσος, η οποία αποτελεί έναν «σιωπηρό δολοφόνο» καθώς προκαλεί συμπτώματα μόνον όταν έχει εξελιχθεί πολύ. Γι΄ αυτό τον λόγο, η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπισή της έχουν καθοριστική σημασία.

Όπως εξηγεί ο κ. Χρήστος Πίτσαβος, αναπληρωτής καθηγητής Καρδιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο προληπτικός έλεγχος για την υγεία της καρδιάς πρέπει να αρχίζει από την μετεφηβική ηλικία, δηλαδή από τα 18-20 χρόνια. Το πρώτο καρδιολογικό τσεκάπ πρέπει να περιλαμβάνει λήψη λεπτομερούς οικογενειακού ιστορικού, κλινική εξέταση (ακρόαση και μέτρηση της αρτηριακής πιέσεως) και μέτρηση της ολικής χοληστερόλης και του σακχάρου.

Το πρώτο τσεκάπ

«Το οικογενειακό ιστορικό έχει πολύ μεγάλη σημασία», λέει ο κ. Πίτσαβος. «Δεν μπορείς να στείλεις ένα νέο παιδί για εξετάσεις, αν δεν ρωτήσεις πρώτα εάν οι γονείς του είχαν πρόβλημα καρδιάς ή κληρονομικά υψηλή χοληστερόλη ή αν κάποιος στενός συγγενής του πέθανε πριν από τα 50 από έμφραγμα».

Αν τα ευρήματα του πρώτου τσεκάπ είναι φυσιολογικά και το οικογενειακό ιστορικό καλό, ο ίδιος έλεγχος πρέπει να επαναλαμβάνεται μία φορά κάθε 5 χρόνια έως την ηλικία των 40 ετών. Μετά τα 40, στις αιματολογικές εξετάσεις πρέπει να προστεθούν μετρήσεις των τριγλυκεριδίων και της «κακής» (LDL) χοληστερόλης, καθώς και ένα ηλεκτροκαρδιογράφημα- και ο έλεγχος να συνεχίζεται ανά πενταετία όσο το τσεκάπ έχει φυσιολογικά ευρήματα.

Περαιτέρω έλεγχος

Αν, όμως, το τσεκάπ δείξει κάτι ύποπτο ή υπάρχει κληρονομικότητα, ο περαιτέρω έλεγχος είναι επιβεβλημένος.

«Σε γενικές γραμμές, κάθε άνθρωπος που πηγαίνει στον γιατρό για μια εξέταση, πρακτικά τοποθετείται σε μια κατηγορία κινδύνου», επισημαίνει ο κ. Πίτσαβος. «Για να αποφασίσουμε τι εξετάσεις θα του κάνουμε, πρέπει κατ΄ αρχήν να δούμε εάν αυτός ο άνθρωπος κινδυνεύει ή όχι. Εάν δεν έχει υπέρταση, η χοληστερόλη και το σάκχαρό του είναι καλά, το σωματικό του βάρος φυσιολογικό, δεν καπνίζει και δεν έχει κληρονομικότητα, δεν υπάρχει λόγος για επιπλέον εξετάσεις- αρκεί, βεβαίως, να μην υπάρχουν ούτε ύποπτα συμπτώματα ούτε ευρήματα στην κλινική εξέταση».

Ωστόσο, πολλοί 40άρηδες και 50άρηδες πιστεύουν ότι τουλάχιστον ένα τεστ κοπώσεως είναι επιβεβλημένο. «Η απορία αν πρέπει να ελέγχονται προληπτικά με τεστ κοπώσεως όλοι οι άνδρες και γυναίκες ηλικίας 40-50 ετών και πάνω, είναι πολύ συνηθισμένη», λέει ο κ. Πίτσαβος. «Η απάντηση που δίνουμε είναι ότι εξαρτάται πρωτίστως από τους παράγοντες κινδύνου για καρδιοπάθεια που έχει κανείς, αλλά και από τα ευρήματα του τσεκάπ». Αυτό σημαίνει ότι εάν ο ασθενής δεν έχει ενοχλήματα, ούτε προδιαθεσικό παράγοντα για καρδιοπάθεια (πλην της ηλικίας, που από μόνη της συνιστά τέτοιον παράγοντα), δεν χρειάζεται τεστ κοπώσεως ή άλλες ειδικές εξετάσεις, εφόσον η κλινική εξέταση και το καρδιογράφημα δεν έχουν κάποιο εύρημα.

'λλο υψηλή- άλλο υψηλότατη

Αντιθέτως, σε ασθενείς με ύποπτα ενοχλήματα (λ.χ. πόνο στο στήθος) ή περισσότερους από δύο παράγοντες κινδύνου για καρδιοπάθεια (δηλαδή την ηλικία συν περιττά κιλά, τσιγάρο, αυξημένη χοληστερόλη, αυξημένο σάκχαρο ή αυξημένη πίεση), «καλό είναι να γίνει περαιτέρω εξέταση, αν και αυτό θα εξαρτηθεί από το πόσο σοβαρός είναι ο δεύτερος παράγοντας», κατά τον κ. Πίτσαβο, που εξηγεί χαρακτηριστικά ότι «άλλο είναι να έχει κανείς πίεση 14 και άλλο 20, παρ΄ ότι και τα δύο θεωρούνται υπέρταση, ενώ άλλο είναι να έχει «κακή» χοληστερόλη 160 mg/dl και άλλο 220 mg/dl».

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η πρώτη πρόσθετη εξέταση που συνιστάται είναι η απλή δοκιμασία (ή τεστ) κοπώσεως που γίνεται με περπάτημα σε κυλιόμενο διάδρομο και καταγραφή του ηλεκτροκαρδιογραφήματος. Το τεστ κοπώσεως γίνεται για το ενδεχόμενο ανάδειξης ισχαιμίας του μυοκαρδίου (δηλαδή ελλιπούς αιμάτωσης της καρδιάς στη διάρκεια της κόπωσης) που υποδηλώνει στεφανιαία νόσο.

Δεν είναι αλάνθαστες οι διαγνωστικές εξετάσεις

Αυτό, ωστόσο, που πρέπει να γνωρίζουν οι ασθενείς είναι πως το τεστ κοπώσεως δεν είναι αλάνθαστο- όπως δεν είναι καμία διαγνωστική εξέταση.

«Το τεστ μπορεί να έχει ψευδώς αρνητικά ή ψευδώς θετικά αποτελέσματα», λέει ο κ. Πίτσαβος. «Αν ένας άνθρωπος έχει στένωση 40% σε μία στεφανιαία αρτηρία, το τεστ δεν θα δείξει τίποτα, αλλά ο άνθρωπος αυτός μπορεί σε μία εβδομάδα να πάθει έμφραγμα.

Ακόμα, όμως, και να βλέπαμε τη στένωσή του, δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε άλλο πέρα από τη χορήγηση αγωγής για μείωση χοληστερόλης, σακχάρου ή πιέσεως, την παροχή συμβουλών για αδυνάτισμα και, βεβαίως, την παρότρυνση να κόψει το κάπνισμα, αν είναι καπνιστής. Και αυτό, διότι ποτέ δεν κάνουμε μπαϊπάς σε τόσο μικρές στενώσεις. Η ένδειξη για μπαϊπάς είναι στενώσεις πάνω από 70%, σε πολλές αρτηρίες και σε κοντινά αγγεία».

Πιο συχνό εύρημα, πάντως, είναι τα ψευδώς θετικά αποτελέσματα στο τεστ κοπώσεως, τα οποία παρατηρούνται κυρίως σε γυναίκες. Γι΄ αυτό τον λόγο, «πρέπει να υπάρχει απόλυτη ένδειξη σε μια γυναίκα τέτοιας ηλικίας για να κάνει τεστ κοπώσεως», κατά τον κ. Πίτσαβο. Απόλυτη ένδειξη είναι να έχει η γυναίκα δύο ή περισσότερους παράγοντες κινδύνου για καρδιοπάθεια και ταυτοχρόνως ύποπτα ενοχλήματα που θυμίζουν στηθάγχη.

Αν μια γυναίκα είναι ασυμπτωματική, δεν συνιστάται τεστ κοπώσεως.

Εξετάσεις για επιλεγμένους ασθενείς και έρευνα

Εκτός από τις καρδιολογικές εξετάσεις που εφαρμόζονται ευρέως στους ασθενείς, υπάρχουν και ορισμένες που γίνονται κυρίως σε ερευνητικό επίπεδο, καθώς και σε πολύ περιορισμένο αριθμό επιλεγμένων περιστατικών.

Στην κατηγορία αυτή ανήκουν το ενδοστεφανιαίο υπερηχογράφημα και η θερμομέτρηση της αθηρωματικής πλάκας.

Το ενδοστεφανιαίο υπερηχογράφημα γίνεται την ώρα της στεφανιαιογραφίας, με εισαγωγή μιας ειδικής, λεπτής συσκευής υπερήχων από τον καθετήρα που έχει τοποθετηθεί στον ασθενή. Το υπερηχογράφημα αυτό γίνεται όταν τα ευρήματα της στεφανιαιογραφίας δεν επιτρέπουν στον ειδικό να καθορίσει με ακρίβεια τον βαθμό της στένωσης των στεφανιαίων αρτηριών. Όσον αφορά τη θερμομέτρηση της αθηρωματικής πλάκας (σ.σ. είναι η πλάκα που προκαλεί στένωση των στεφανιαίων αρτηριών) είναι μια εξέταση που δείχνει πόσο θερμή είναι η πλάκα, διότι όσο πιο θερμή είναι τόσο μεγαλύτερος καθίσταται ο κίνδυνος ρήξης και, συνεπώς, εμφράγματος. Η θερμομέτρηση, που επινοήθηκε από ερευνητές της Α΄ Καρδιολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών υπό τον καθηγητή Χ. Στεφανάδη, γίνεται πρωτίστως για ερευνητικούς λόγους και όχι για διάγνωση.

Συνήθεις εξετάσεις για πιθανή στεφανιαία νόσο

Όταν το απλό τεστ κοπώσεως έχει θετικά ευρήματα, ο γιατρός μπορεί να συστήσει περαιτέρω εξετάσεις:

Για να επιβεβαιωθούν τα ευρήματα του απλού τεστ, συνιστάται τεστ κοπώσεως με θάλλιο. Το θάλλιο είναι μια ραδιενεργός ουσία, που εγχέεται ενδοφλεβίως και συσσωρεύεται στο μυοκάρδιο, αποκαλύπτοντας τις περιοχές όπου υπάρχει έμφραγμα ή ισχαιμία. Το τεστ με θάλλιο απεικονίζει με μεγαλύτερες λεπτομέρειες τις παθολογικές καταστάσεις απ΄ ό,τι το απλό τεστ κοπώσεως.

Η νεώτερη εξέλιξη των τεστ κοπώσεως είναι η δοκιμασία κοπώσεως με υπερήχους. Γίνεται με χορήγηση ουσιών που προκαλούν ταχυκαρδία και υπερηχογραφικό έλεγχο της καρδιάς στη διάρκεια της κόπωσης. Η εξέταση αυτή απεικονίζει ποια τμήματα της καρδιάς δεν αιματώνονται φυσιολογικά.

Επόμενο βήμα των εξετάσεων είναι η στεφανιαιογραφία, η οποία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο στη διάγνωση της στεφανιαίας νόσου, κατά τον κ. Πίτσαβο. Η στεφανιαιογραφία θα επιβεβαιώσει ενδεχομένως τα ευρήματα των τεστ κοπώσεως και θα δείξει σε ποια ακριβώς στεφανιαία αγγεία υπάρχει πρόβλημα (αν υπάρχει), καθώς και σε τι έκταση. Το μειονέκτημά της, ωστόσο, είναι ότι αποτελεί εξέταση που γίνεται με μια μικρή επέμβαση (εισάγεται καθετήρας από τη μηριαία αρτηρία, στο πόδι, προς την καρδιά)

και ότι έχει σε μικρή συχνότητα επιπλοκές (όπως θρόμβωση στο σημείο της αρτηρίας από το οποίο εισάγεται ο καθετήρας ή αρρυθμίες) που καθιστούν αδύνατη τη χρήση της με μαζικό τρόπο, δηλαδή ως τσεκάπ, κατά τον κ. Πίτσαβο.

Με βάση τα ευρήματα της στεφανιαιογραφίας και όλων των εξετάσεων που έχουν προηγηθεί, ο γιατρός ορίζει τη θεραπεία του ασθενούς (φάρμακα, αγγειοπλαστική ή μπαϊπάς).

Αξονική στεφανιαιογραφία: το μέλλον

Το μέλλον των εξετάσεων καρδιάς φαίνεται ότι είναι η αξονική στεφανιαιογραφία, κατά τον αναπληρωτή καθηγητή Καρδιολογίας Χρήστο Πίτσαβο.

Πρόκειται για μια εξέταση, η οποία ήδη εφαρμόζεται ευρέως και απεικονίζει τις στεφανιαίες αρτηρίες της καρδιάς δίχως να απαιτείται καθετηριασμός, δηλαδή η εισαγωγή καθετήρα από το πόδι (τη μηριαία φλέβα) έως την καρδιά, όπως γίνεται στην κλασική στεφανιαιογραφία.

Ωστόσο, «η μέθοδος αυτή δεν έχει ακόμη ελεγχθεί σε μεγάλες συγκριτικές μελέτες με την κλασική στεφανιαιογραφία, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οι δύο εξετάσεις μπορεί να μην έχουν τα ίδια ευρήματα», επισημαίνει ο κ. Πίτσαβος.

Αυτό δεν αφορά τα αρνητικά αποτελέσματα- «εάν η αξονική βγει αρνητική, δηλαδή δεν διαπιστωθούν στενώσεις στις αρτηρίες, είναι σχεδόν βέβαιο ότι το ίδιο θα δείξει και η κλασική στεφανιαιογραφία»- αλλά το γεγονός ότι η αξονική μπορεί να δείξει στενώσεις της τάξεως του 50% ή 60%, οι οποίες από μόνες τους δεν μπορούν να τεκμηριώσουν την ανάγκη για εγχείρηση. Σε τέτοια περίπτωση, συνιστάται στον ασθενή και κλασική στεφανιαιογραφία.

Ωστόσο, «σε λίγα χρόνια, όταν θα αυξηθεί η εμπειρία και τα μηχανήματα εξελιχθούν ακόμα περισσότερο, η αξονική στεφανιαιογραφία θα είναι μια αξιόπιστη μέθοδος σαν την κλασική», εκτιμά ο κ. Πίτσαβος.

Υπερηχογράφημα καρδιάς

Το υπερηχογράφημα καρδιάς, που αποκαλείται επίσης τρίπλεξ, συνιστάται σε όλους τους ασθενείς με υπέρταση, ανεξαρτήτως ηλικίας, διότι μπορεί να αποκαλύψει εάν η υπέρταση έχει οδηγήσει σε υπερτροφία της αριστερής κοιλίας της καρδιάς.

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Σταυρούλα Γερ. Τσουλέα

Αρχείο Αναρτήσεων