Καρδιολογικό Βήμα

Πρόληψη και θεραπεία καρδιοπαθειών

Ανεύρυσμα θωρακικής αορτής: Μια κρυφή ωρολογιακή βόμβα

Του ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΣΤΕΦΑΝΑΔΗ, καθηγητή Καρδιολογίας, διευθυντή Α' Καρδιολογικής Κλινικής Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, «Ιπποκράτειο» ΓΝΑ, προέδρου Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, e-mail: chstefan@med.uoa.gr

Το αρτηριακό ανεύρυσμα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια κρυφή ωρολογιακή βόμβα γιατί αναπτύσσεται και εξελίσσεται σιωπηλά, ενώ αποκαλύπτεται αιφνιδίως η ύπαρξή του όταν μεγαλώσει αρκετά και υποστεί ρήξη. Τότε τα συμπτώματα είναι εντονότατα αλλά η αντιμετώπιση δυσχερής, με αποτέλεσμα η θνησιμότητα να φτάνει σε ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά, ακόμα και στις μέρες μας.

Ως ανεύρυσμα θα μπορούσε να οριστεί η περιγραπτή διαφόρου μορφής και διαστάσεων διεύρυνση του αρτηριακού τοιχώματος. Το τοίχωμα της αρτηρίας διατείνεται σε μια περιοχή, με αποτέλεσμα να «ξεχειλώνει» η αορτή στην περιοχή αυτή. Τα ανευρύσματα της αορτής είναι τα συχνότερα και επιπλέον παρουσιάζουν δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: η ρήξη τους συνοδεύεται από πολύ υψηλή θνησιμότητα αφενός και αφετέρου μπορούν να διαγνωστούν με μια πολύ απλή και εύκολη εξέταση, το υπερηχογράφημα. Για πρώτη φορά αναφέρθηκαν από τον μεγάλο ιατρό της ρωμαϊκής περιόδου Γαληνό και περιγράφηκαν από τους πρώτους ανατόμους του 16ου αιώνα.

Πού οφείλεται η δημιουργία ανευρύσματος;

Ως κυριότερη αιτία εξακολουθεί να θεωρείται η αθηροσκλήρυνση. Η εναπόθεση λιπιδίων και ο σχηματισμός αθηρωματικής πλάκας στο τοίχωμα της αρτηρίας μειώνει την ελαστικότητά της και την καθιστά πιο ευενένδοτη στην υψηλή πίεση, με την οποία η καρδιά ωθεί το αίμα. Πέρα από την υπέρταση, το κάπνισμα και η κατανάλωση αλκοόλ θεωρούνται επιβαρυντικοί παράγοντες. Επιπλέον τελευταία γίνεται προσπάθεια για τον εντοπισμό συγκεκριμένου γονιδίου. Επίσης, κινδυνεύουν περισσότερο άτομα με ορισμένα κληρονομικά νοσήματα, όπως το σύνδρομο Marfan. Ενα άλλο αυξανόμενης σημασίας αίτιο είναι τα ατυχήματα και ειδικά τα τροχαία. Η ισχυρή συμπίεση του θώρακα μπορεί να τραυματίσει την αορτή και να προξενήσει τη βλάβη στο τοίχωμα, η οποία θα εξελιχθεί σε ανεύρυσμα.

Τον μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης ανευρύσματος διατρέχουν οι άνδρες της καυκάσιας φυλής, ηλικίας άνω των 55 ετών. Υπολογίζεται ότι ποσοστό 5-8% των ανδρών άνω των 65 ετών έχουν ανεύρυσμα ενώ η συχνότητα έχει τριπλασιαστεί τα τελευταία 30 χρόνια.

Η συντριπτική πλειονότητα δεν εμφανίζει κανένα απολύτως σύμπτωμα και το ανεύρυσμα αποτελεί τυχαίο εύρημα σε ένα υπερηχογράφημα ή μια αξονική τομογραφία που διενεργείται για άλλο λόγο.

Ιδιαίτερη μορφή ανευρύσματος, κυρίως στην ανιούσα αορτή, είναι το διαχωριστικό ανεύρυσμα, όπου σχηματίζεται μια εγκάρσια συνήθως ρωγμή στην εσωτερική επιφάνεια του αγγείου.

Η διάγνωση γίνεται ουσιαστικά με απεικονιστικές τεχνικές όπως είναι το υπερηχογράφημα και η αξονική ή μαγνητική τομογραφία.

Πότε χειρουργείται;

Ο μεγάλος κίνδυνος των ανευρυσμάτων είναι η ρήξη τους που συνοδεύεται από ισχυρότατο πόνο και προκαλεί μαζική εσωτερική αιμορραγία και καταπληξία (σοκ). Η πρόληψη αυτής της θανατηφόρας επιπλοκής έχει μέγιστη σημασία αφού σχεδόν το 90% των ασθενών θα καταλήξει, ενώ η θνησιμότητα παραμένει υψηλή ακόμα κι αν συμβεί μέσα στο νοσοκομείο.

Εχει διαπιστωθεί ότι οι πιθανότητες ρήξης σχετίζονται με το μέγεθος του ανευρύσματος. Ο κίνδυνος αυξάνεται σημαντικά όταν η διάμετρος φτάσει τα πέντε εκατοστά, ενώ κατ' έτος το 7% των ανευρυσμάτων διαμέτρου 6-6,9 εκατοστά θα υποστεί ρήξη. Το αντίστοιχο ποσοστό για διάμετρο επτά εκατοστών φτάνει το 25%! Ετσι, ανευρύσματα μέχρι πέντε εκατοστά παρακολουθούνται υπερηχογραφικά κάθε έξι μήνες ή ένα χρόνο ενώ χορηγούνται β-αποκλειστές για τον έλεγχο της πίεσης.

Τα τελευταία χρόνια γνωρίζει επιτυχία μια νεότερη τεχνική ενδοαρτηριακής πρόθεσης (εμφύτευση stent). Αυτή συνίσταται στην εισαγωγή ενός καθετήρα στη μηριαία φλέβα, ο οποίος προωθείται μέχρι το σημείο του ανευρύσματος. Εκεί το άκρο του διατείνεται και απελευθερώνει ένα σπείραμα, που εφαρμόζει στα τοιχώματα του αγγείου εκατέρωθεν της βλάβης ενισχύοντάς τα.

Η ελάχιστα επεμβατική αυτή τεχνική προτιμάται σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, καθώς συνοδεύεται από σημαντικά μικρότερη διεγχειρητική και μετεγχειρητική θνησιμότητα.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 03/06/2008

Αρχείο Αναρτήσεων