Καρδιολογικό Βήμα

Πρόληψη και θεραπεία καρδιοπαθειών

Θερίζει ο διαβήτης

Αιτίες είναι η κακή διατροφή, η επιδημία της παχυσαρκίας και η καθιστική ζωή

Τρεις στους δέκα ενήλικες που ζουν στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας απειλούνται από σακχαρώδη διαβήτη: Ή πάσχουν χωρίς να το γνωρίζουν ή αντιμετωπίζουν μεγάλο κίνδυνο να εμφανίσουν τη νόσο μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.

Ερευνα που διεξήχθη από την Α΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών (καθηγητής Νίκος Κατσιλάμπρος), στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής μελέτης De Plan για την πρόληψη του διαβήτη τύπου ΙΙ, έδειξε ότι το 7,9% των ατόμων άνω των τριάντα ετών πάσχουν από τη νόσο αλλά το αγνοούν, ενώ ένα ποσοστό περί το 20% εμφανίζουν παθολογικές τιμές σακχάρου χωρίς να έχουν αναπτύξει προς το παρόν ενεργή νόσο (προδιαβήτης).

«Η πρόληψη του διαβήτη, τύπου ΙΙ, μιας νόσου που προσβάλλει τα αγγεία», επισημαίνει στην «Κ» ο καθηγητής κ. Ν. Κατσιλάμπρος, «έχει μεγάλη σημασία, αφού ο κίνδυνος για αθηροσκληρυντικές επιπλοκές αρχίζει πριν ακόμη εμφανιστεί κλινικά, στο στάδιο του προδιαβήτη. Δεν είναι ασύνηθες το φαινόμενο πρώτα να εμφανίζεται η στεφανιαία νόσος και μετά να διαπιστώνεται ο σακχαρώδης διαβήτης».

Προβλέπουν αύξηση

Ο καθηγητής σημειώνει ότι τα επιδημιολογικά δεδομένα επιβεβαιώνουν και στη χώρα μας τις δυσοίωνες προβλέψεις για αλματώδη αύξηση της συχνότητας του σακχαρώδη διαβήτη, γεγονός που αποδίδεται στην κακή διατροφή, την επιδημία της παχυσαρκίας και την καθιστική ζωή.

Λόγω των αιτίων αυτών αλλά και της γήρανσης του πληθυσμού αναμένεται πολύ γρήγορα διπλασιασμός των πασχόντων από διακόσια εκατομμύρια παγκοσμίως το 2000 σε τετρακόσια εκατομμύρια το 2030.

Η νόσος λαμβάνει επιδημικές διαστάσεις με δυσοίωνες προβλέψεις για την υγεία μας, καθώς συνδέεται με αυξημένους θανάτους από αγγειοπάθειες και ιδιαίτερα από στεφανιαία νόσο και εγκεφαλικά επεισόδια. Ο εντοπισμός των ατόμων υψηλού κινδύνου ήταν και ο σκοπός της μελέτης που διεξάγεται στην ευρύτερη περιοχή των Αθηνών (Ν. Κατσιλάμπρος, Κωνσταντίνος Μακρυλάκης, Σταύρος Λιάτης και λοιποί συνεργάτες).

Κατ’ αρχάς οι συμμετέχοντες απάντησαν σε ερωτηματολόγιο (Findrisk) σχετικά με προσωπικά στοιχεία που σχετίζονται με παράγοντες κινδύνου όπως: δείκτης μάζας σώματος (παχυσαρκία), περιφέρεια μέσης, ηλικία, σωματική δραστηριότητα, καθημερινή κατανάλωση φρούτων, λαχανικών που αποτρέπει την εμφάνιση διαβήτη, λήψη αντιυπερτασικών φαρμάκων, ιστορικό υψηλών τιμών γλυκόζης αίματος στο παρελθόν, οικογενειακό ιστορικό.

Από την εκτίμηση των απαντήσεων διαπιστώθηκε ότι το 19,6% των ενηλίκων κατοίκων της ευρύτερης περιοχής των Αθηνών ανήκει στην ομάδα υψηλού κινδύνου εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ. Στις ηλικίες άνω των 54 ετών, ο κίνδυνος αυξάνεται και αφορά το 38,8% του πληθυσμού...

Τι έδειξαν οι εξετάσεις

Μετά τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου πραγματοποιήθηκαν εξετάσεις αίματος, από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι:

- Το 7,9% του δείγματος έπασχαν από έκδηλο διαβήτη χωρίς να το γνωρίζουν.

- Το 11,3% εμφάνισαν αυξημένες τιμές σακχάρου νηστείας (110-125 mgr%), που όμως δεν χαρακτηρίζονται διαβήτης.

- Αλλο ένα 11,3% εμφάνισαν παθολογικά υψηλές τιμές σακχάρου μετά τη χορήγηση γλυκόζης (140-200 mgr%). Οι τιμές αυτές του σακχάρου (νηστείας και μετά τη χορήγηση γλυκόζης) χαρακτηρίζονται προδιαβήτης, καθώς οι εξεταζόμενοι έχουν πιθανότητα 30-50% να αναπτύξουν ενεργή νόσο μέσα σε μια πενταετία.

«Ταυτόχρονα με την έρευνα», τονίζει ο κ. Κατσιλάμπρος, «γίνεται προσπάθεια παρέμβασης - αποτροπής του κινδύνου εμφάνισης διαβήτη, με παροχή οδηγιών για απώλεια βάρους, σωστή διατροφή και αύξηση της φυσικής δραστηριότητας, δεδομένου ότι και μικρή απώλεια βάρους 5-7%, συνδυασμένη με άσκηση έως 150 λεπτά την εβδομάδα, έχει βρεθεί ότι μειώνουν κατά 58% τον κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη σε παχύσαρκους με δυσανεξία στη γλυκόζη (προδιαβήτη). Το μεγάλο πλεονέκτημα της παρέμβασης σε προδιαβητικά άτομα είναι ότι παράλληλα βελτιώνονται και άλλοι παράγοντες κινδύνου για καρδιοπάθειες, δηλαδή η υπέρταση, η υπερλιπιδαιμία και η παχυσαρκία».

Ο τύπος II τώρα και στα παιδιά

Δεκάχρονα παιδιά, θύματα της κακής διατροφής που υιοθετούν ή επιτρέπουν οι γονείς τους, εμφανίζουν σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ (των ενηλίκων). Η νόσος πρακτικά ήταν ανύπαρκτη πριν από μερικά χρόνια σ’ αυτές τις ηλικίες, σημειώνει ο κ. Κατσιλάμπρος, υπογραμμίζοντας ότι «πλέον στη χώρα μας έχουμε έναν πληθυσμό πολύ παχύσαρκων παιδιών».

«Οσοι καταναλώνουν συστηματικά μπισκότα, κρουασάν, τσιπς και άλλα αρτοσκευάσματα, που περιέχουν τα γνωστά ανεπιθύμητα τρανς λιπαρά οξέα, τα οποία προκύπτουν κατά τη διαδικασία της υδρογόνωσης, των φυτικών λιπών έχουν κατά 40% μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν σακχαρώδη διαβήτη. Γι’ αυτό και υπάρχει επίσημη σύσταση μείωσης των τρανς λιπαρών, διότι είναι πιο αθηρογόνα ακόμη και από τα κεκορεσμένα ζωικά λίπη».

Σε ό,τι αφορά τη γενετική προδιάθεση, μεγάλη πρόοδος συντελέσθηκε με την πρόσφατη ανακάλυψη τεσσάρων γονιδίων των οποίων η συνύπαρξη προδικάζει κατά 70% τη μελλοντική εμφάνιση της νόσου.

«Η αναζήτηση της μελλοντικής πιθανότητας εμφάνισης της νόσου», καταλήγει ο καθηγητής, «έχει ιδιαίτερη σημασία για την πρόληψη, ιδιαίτερα στα επιρρεπή άτομα. Οι εξετάσεις πρέπει να επικεντρωθούν σε άτομα που αντιμετωπίζουν επιπρόσθετους παράγοντες κινδύνου, όπως παχυσαρκία, καθιστική ζωή, ιστορικό διαβήτη της κύησης, υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, ιστορικό αγγειοπάθειας. Η γέννηση παιδιού άνω των τεσσάρων κιλών και η συγγένεια πρώτου βαθμού με διαβητικό είναι παράγοντες κινδύνου που πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη».

Αρχείο Αναρτήσεων