Καρδιολογικό Βήμα

Πρόληψη και θεραπεία καρδιοπαθειών

Κολπική μαρμαρυγή και προστασία από εγκεφαλικά επεισόδια

Του ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΣΤΕΦΑΝΑΔΗ, καθηγητή Καρδιολογίας, διευθυντή Α' Καρδιολογικής Κλινικής Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, «Ιπποκράτειο» ΓΝΑ, προέδρου Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, e-mail: chstefan@med.uoa.gr

Η κολπική μαρμαρυγή είναι η πιο συχνά απαντώμενη αρρυθμία στην καθ' ημέρα κλινική πράξη και έχει σχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, καρδιακή ανεπάρκεια και θάνατο, ιδιαίτερα στις γυναίκες. Αυξημένο κίνδυνο για θρομβοεμβολικά επεισόδια έχει και μια άλλη αρρυθμία που ονομάζεται κολπικός πτερυγισμός. Γι' αυτόν λόγο οι ασθενείς τόσο με κολπική μαρμαρυγή όσο και με κολπικό πτερυγισμό πρέπει να λαμβάνουν αντιπηκτική αγωγή.

Πρόσφατα η Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία και το Αμερικανικό Κολέγιο Καρδιολογίας εξέδωσαν νέες οδηγίες για την καλύτερη αντιμετώπιση των ασθενών με κολπική μαρμαρυγή ή κολπικό πτερυγισμό, που δεν οφείλεται σε νόσο των βαλβίδων της καρδιάς. Ακόμη, πρότειναν επιπλέον μέτρα για να ευαισθητοποιήσουν τους γιατρούς και να τους ωθήσουν να ακολουθήσουν τα προτεινόμενα μέτρα, με σκοπό να παρέχουν στους ασθενείς τους τη βέλτιστη φροντίδα.

Σύμφωνα με τις οδηγίες, πρώτα απ' όλα είναι σημαντικό να εκτιμάται ο κίνδυνος του ασθενούς για αγγειακό εγκεφαλικό ή άλλα εμβολικά επεισόδια, δεύτερον είναι απαραίτητο να χορηγείται αντιπηκτική αγωγή (Sintrom) όπου υπάρχει ένδειξη και τρίτον, πρέπει να παρακολουθείται στενά η πηκτικότητα του αίματος των ασθενών που λαμβάνουν αντιπηκτική αγωγή (INR: 2,0-3,0 με στόχο το 2,5).

Οι ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή, που δεν οφείλεται σε βαλβιδική νόσο, ανάλογα με τον κίνδυνο να παρουσιάσουν οποιουδήποτε είδους εμβολικό επεισόδιο ταξινομούνται σε υψηλού κινδύνου, μέσου κινδύνου και χαμηλού κινδύνου. Υψηλού κινδύνου είναι οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, με προηγούμενο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, με προηγούμενο παροδικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή με προηγούμενο επεισόδιο εμβολής. Ενδιάμεσου κινδύνου είναι οι ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερης των 75 ετών, με αρτηριακή υπέρταση, καρδιακή ανεπάρκεια ή κακή λειτουργικότητα της καρδιάς. Το γυναικείο φύλο, η ηλικία μεταξύ 65 και 75 έτη, η ύπαρξη στεφανιαίας νόσου ή η αυξημένη λειτουργία του θυρεοειδούς θεωρούνται δευτερεύοντες παράγοντες κινδύνου, γιατί ενδεχομένως δεν έχουν εκτιμηθεί και μελετηθεί επαρκώς.

Χορήγηση αντιπηκτικής αγωγής συνιστάται σε όλους τους ασθενείς υψηλού κινδύνου και σε όλους τους ασθενείς που έχουν περισσότερους από έναν παράγοντες ενδιάμεσου κινδύνου, εκτός αν υπάρχει αντένδειξη (π.χ. έλκος στομάχου, αιματουρία ή οποιαδήποτε αιμορραγική τάση). Στους ασθενείς που δεν μπορούν να λάβουν αντιπηκτική αγωγή λόγω αντενδείξεων ή στα άτομα με κολπική μαρμαρυγή και ένα μόνον ενδιάμεσο παράγοντα κινδύνου ή στους χαμηλού κινδύνου ασθενείς συνιστάται εναλλακτικά η χορήγηση ασπιρίνης.

Οπως ήδη αναφέρθηκε, είναι σημαντικό να παρακολουθείται στενά η πηκτικότητα του αίματος, δηλαδή το INR. Αρχικά πρέπει να μετράται το INR κάθε εβδομάδα μέχρι να επιτευχθεί η επιθυμητή τιμή και μετά αφού σταθεροποιηθεί πρέπει να επανεκτιμάται κάθε μήνα. Επειδή κάποιες τροφές, όπως το σπανάκι, το μπρόκολο και γενικά τα πράσινα λαχανικά, επηρεάζουν τη δράση των αντιπηκτικών φαρμάκων, συνιστάται οι ασθενείς να έχουν σταθερές διατροφικές συνήθειες. Επιπλέον, οι ασθενείς που παίρνουν αντιπηκτικά φάρμακα καλό είναι να αποφεύγουν την κατανάλωση αλκοόλ, γιατί και αυτό μπορεί να αυξήσει τη δράση των αντιπηκτικών φαρμάκων. Τέλος, πολλά φάρμακα (π.χ. αντιβιοτικά) αυξάνουν ή μειώνουν τη δράση των αντιπηκτικών. Οι ασθενείς πρέπει πάντα να ενημερώνουν τον καρδιολόγο τους αν αλλάζουν διατροφικές συνήθειες ή αν λαμβάνουν νέα φάρμακα και να ελέγχουν τακτικότερα το INR μέχρι να επιτευχθεί η επιθυμητή τιμή.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 15/04/2008

Αρχείο Αναρτήσεων