Καρδιολογικό Βήμα

Πρόληψη και θεραπεία καρδιοπαθειών

Στυτική δυσλειτουργία

Η στυτική δυσλειτουργία και η καρδιαγγειακή νόσος έχουν μια δεδομένη και αναγνωρισμένη σχέση. Πολλές σημαντικές διεθνείς μελέτες αναφέρουν αξιόλογα ποσοστά ασθενών με καρδιαγγειακές παθήσεις, οι οποίοι εμφανίζουν ταυτόχρονα και προβλήματα στύσης.

Πρώτα απ όλα πρέπει να αναφέρουμε ότι οι δύο παθήσεις μοιράζονται πολλούς κοινούς αιτιολογικούς παράγοντες.

Το κάπνισμα, ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση, η υπερλιπιδαιμία, η παχυσαρκία προκαλούν οξειδωτικό stress με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενδοθηλιακής νόσου και τη βλάβη των αγγείων τα οποία τροφοδοτούν με αίμα τα όργανα του σώματος.

Η κατάσταση αυτή έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση τόσο στεφανιαίας νόσου, όσο και στυτικής δυσλειτουργίας. Γι αυτό τον λόγο βλέπουμε ασθενείς οι οποίοι έχουν περάσει κάποιο έμφραγμα, είτε γενικά πάσχουν από καρδιαγγειακή νόσο, να παρουσιάζουν και στυτικές διαταραχές. Πρέπει να αναφερθεί ότι η σεξουαλική δραστηριότητα δεν προκαλεί πιο πολύ stress απ ό,τι μία συγκρίσιμη δραστηριότητα της καθημερινής ρουτίνας. Επίσης, σύμφωνα με μελέτες το σεξ συμβάλλει μόνο στο 1% των εμφραγμάτων του μυοκαρδίου.

Τελειώνοντας θα πρέπει να πούμε ότι η στυτική δυσλειτουργία μπορεί να αποτελεί πρόδρομο σημάδι και καμπανάκι κινδύνου για τη στεφανιαία νόσο. Γι αυτό τον λόγο ασθενείς με στυτική δυσλειτουργία και αγγειακούς παράγοντες κινδύνου θα πρέπει να υποβάλλονται και σε καρδιολογικό έλεγχο για πιθανή ύπαρξη στεφανιαίας νόσου.

Σύμφωνα με τις διεθνείς οδηγίες, η θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας στους καρδιοπαθείς γίνεται αφού χωριστούν σε 3 κατηγορίες, χαμηλού, μέσου και υψηλού κινδύνου.

Στην πρώτη κατηγορία (χαμηλού κινδύνου) ανήκουν ασθενείς με ελεγχόμενη υπέρταση, ήπια σταθερή στηθάγχη, παλαιό μη επιπεπλεγμένο έμφραγμα, επιτυχή επέμβαση επαναγγείωσης και με ήπια βαλβιδική νόσο.

Οι ασθενείς αυτοί μπορούν να λάβουν θεραπεία για την αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας, ξεκινώντας με τα φάρμακα από το στόμα, χωρίς να υπάρχει κανένας κίνδυνος με την προϋπόθεση ότι θα υποβάλλονται σε έλεγχο κάθε 6-12 μήνες.

Στη δεύτερη κατηγορία (μέσου κινδύνου) ανήκουν ασθενείς με περισσότερους από 3 παράγοντες κινδύνου, μέση σταθερή στηθάγχη, πρόσφατο έμφραγμα ( 2-6 εβδομάδων), περιφερική αγγειακή νόσο και μέσης βαρύτητας καρδιακή ανεπάρκεια. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να υποβληθούν σε ειδικό καρδιαγγειακό έλεγχο και να ενταχθούν στη συνέχεια στην πρώτη ή στην τρίτη κατηγορία.

Στην τρίτη κατηγορία (υψηλού κινδύνου) ανήκουν ασθενείς με ασταθή στηθάγχη, μη ελεγχόμενη υπέρταση, πρόσφατο έμφραγμα («2 εβδομάδες), υψηλού κινδύνου αρρυθμία, υπερτροφική καρδιομυοπάθεια, μέση και σοβαρή βαλβιδική νόσο και βαριά καρδιακή ανεπάρκεια. Στους ασθενείς αυτούς πρέπει πρώτα να αντιμετωπιστεί η καρδιακή νόσος και αφού σταθεροποιηθούν να λάβουν θεραπεία για τη στυτική δυσλειτουργία.

Κωνσταντίνος Ρόκκας, Χειρούργος Ουρολόγος - Ανδρολόγος

Έθνος

Αρχείο Αναρτήσεων