Καρδιολογικό Βήμα

Πρόληψη και θεραπεία καρδιοπαθειών

Καρδιακός βηματοδότης

Ο βηματοδότης αποτελείται από μία μικρή μπαταρία διαμέτρου περίπου 5 εκατοστών, η οποία τοποθετείται κάτω από το δέρμα του θώρακος, και από ένα λεπτό ηλεκτρόδιο το οποίο μεταδίδει τα ερεθίσματα τα οποία παράγει η μπαταρία στην καρδιά.

Ο βηματοδότης είναι μία μικρή ηλεκτρονική συσκευή η οποία επιτρέπει σε εκατοντάδες χιλιάδες άτομα σε όλο τον κόσμο να διάγουν μία φυσιολογική ζωή χωρίς ενοχλήματα.

Είναι γνωστό ότι εδώ και αρκετά χρόνια η χρησιμοποίηση του βηματοδότη βοήθησε σημαντικά στην θεραπεία των ασθενών με προβλήματα στον καρδιακό ρυθμό. Αρχικά τα συστήματα των βηματοδοτών ήταν ευμεγέθη και ήταν εξωτερικά Η πρώτη εμφύτευση βηματοδότη κάτω από το δέρμα του θώρακος έγινε το 1950. Σήμερα υπολογίζεται ότι 1.000.000 ασθενείς σ` όλο τον κόσμο φέρει για διάφορους λόγους βηματοδότη. Η βελτίωση της τεχνολογίας μείωσε δραματικά το βάρος των βηματοδοτών οι οποίοι από 250 γραμμάρια που ζύγιζαν στις αρχές της δεκαετίας του 1960 τώρα το βάρος τους κυμαίνεται από 23-75 γραμμάρια.

Γιατί τοποθετείται ο βηματοδότης;

Ο χτύπος της καρδιάς μας κανονίζεται από ένα φυσιολογικό κέντρο παραγωγό ερεθισμάτων το οποίο βρίσκεται στο δεξιό κόλπο της καρδιάς (ο φλεβόκομβος) ο οποίος παράγει και στέλνει 100.000 την ημέρα μικρά ηλεκτρικά ερεθίσματα στα τοιχώματα της καρδιάς. Κάθε ηλεκτρικό ερέθισμα ακολουθείται από μία συστολή των καρδιακών τοιχωμάτων τα οποία ωθούν το αίμα σ` όλο τον οργανισμό. Υπάρχουν κάποιες παθήσεις οι οποίες επηρεάζουν αυτό το φυσιολογικό κέντρο παραγωγής των ερεθισμάτων ή τις οδούς που οδηγούν τα ερεθίσματα πρός τα τοιχώματα της καρδιάς. Σ` αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστεί υπερβολική καθυστέρηση του καρδιακού ρυθμού. Αυτή η υπερβολική καθυστέρηση δεν επιτρέπει στην καρδιά να ωθήσει όλο το αίμα το οποίο έχει ανάγκη ο οργανισμός με αποτέλεσμα την εμφάνιση κάποιων χαρακτηριστικών συμπτωμάτων όπως ζάλη, εύκολη κόπωση, εξασθένηση (κομάρες) κ.λ.π.

Πώς λειτουργεί ένας βηματοδότης;

Το ηλεκτρονικό σύστημα της μπαταρίας του βηματοδότη, χάρις στη ικανότητα να αίσθάνεται το ερέθισμα που μεταδίδεται από το ηλεκτρόδιο το οποίο είναι συνδεδεμένο με το καρδιακό τοίχωμα, καταγράφει τις απότομες καθυστερήσεις του καρδιακού ρυθμού. Σ` αυτή την περίπτωση ο βηματοδότης αρχίζει να διεγείρει την καρδιά με τα κατάλληλα ηλεκτρικά ερεθίσματα. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι ο βηματοδότης διαθέτει μία ειδική μνήμη. Αυτή η μνήμη επιτρέπει στον καρδιολόγο κατά τους περιοδικούς ελέγχους του βηματοδότη να ελέγξει τις πληροφορίες που αφορούν την λειτουργία του βηματοδότη και ν επαναπρογραμματίσει την μπαταρία κατά τό βέλτιστο.

Υπάρχουν διάφοροι τύποι βηματοδότου;

Σήμερα υπάρχουν διάφοροι τύποι βηματοδοτών οι οποίοι προσαρμόζουν το ερέθισμα που παράγουν όσο γίνεται καλύτερα τόσο στήν νόσο που έχει προσβάλλει την καρδιά όσο και στην ηλικία και το στυλ της ζωής που διάγουν οι ασθενείς. Ειδικότερα οι βηματοδότες χωρίζονται σε μονοεστιακούς ή διπλοεστιακούς. Οι πρώτοι είναι σε θέση να διεγείρουν και/ή να καταγράψουν την δραστηριότητα της καρδιάς από μία μόνο κοιλότητα (συνήθως Δεξιά κοιλία). Οι διπλοεστιακοί βηματοδότες χάρις στην παρουσία δύο ηλεκτροδίων είναι σε θέση να διεγείρουν και/ή να αισθανθούν την δραστηριότητα από δύο κοιλότητες ( δηλ. τον δεξιό κόλπο και την δεξιά κοιλία). Υπάρχει επίσης ένας βηματοδότης ο οποίος τροποποιεί και την συχνότητα διέγερσης με αποτέλεσμα να στέλνει ερεθίσματα κατά τρόπο τέτοιο ώστε να διεγείρει την καρδιά ανάλογα με τις ανάγκες του οργανισμού. Βέβαια θα είναι ο καρδιολόγος εκείνος ο οποίος με βάση τις ενδείξεις, την κλινική κατάσταση του ασθενούς αλλά και άλλες σημαντικές κλινικές παραμέτρους θα καθορίσει τον τύπο του βηματοδότη ο οποίος είναι κατάλληλος για τον κάθε ασθενή.

Πώς γίνεται η τοποθέτηση;

Η τοποθέτηση του βηματοδότη είναι μία μικρή εγχείρηση η οποία γίνεται με τοπική αναισθησία. Ο ασθενής συνεπώς είναι ξύπνιος καθ` όλη την διάρκεια της επέμβασης που συνήθως διαρκεί 1-2 ώρες. Ο γιατρός δημιουργεί μία μικρή "τσέπη" κάτω από το δέρμα του θώρακος και συνήθως κάτω από την κλείδα. Κατά την διάρκεια της τοποθέτησης ο ασθενής μπορεί να αισθανθεί κάποια πίεση επειδή η περιοχή είναι μισοκοιμισμένη εξαιτίας της αναισθησίας. Ο ασθενής εξέρχεται από το νοσοκομείο μετά από 1-2 μέρες.

Συγγραφέας:
Αθανάσιος Αντωνόπουλος
Ειδικός Καρδιολόγος
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών
www.a-antonopoulos.gr

Αρχείο Αναρτήσεων