Καρδιολογικό Βήμα

Πρόληψη και θεραπεία καρδιοπαθειών

Aποφρακτική άπνοια κατά τον ύπνο

images22 Η αποφρακτική άπνοια κατά τον ύπνο (ΑΑΥ) είναι μια συχνή κατάσταση που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αποτελεί σοβαρή απειλή για την υγεία.
Όταν έχει κανείς ΑΑΥ, η αναπνοή του σταματά ή είναι πολύ ρηχή για διαστήματα πάνω από 10-20 δευτερόλεπτα περισσότερες από 5 φορές την ώρα. Όταν η συχνότητα είναι πάνω από 20 φορές την ώρα συνιστάται θεραπεία.
Ο πάσχων από ΑΑΥ συνήθως ροχαλίζει δυνατά, ενώ ταυτόχρονα έχει επαναλαμβανόμενα και συχνά επεισόδια κατά τα οποία παύει να ροχαλίζει καθώς ο φάρυγγάς του κλείνει εντελώς. Ο κοιμούμενος προσπαθεί να εισπνεύσει μάταια μέσω του αποφραγμένου φάρυγγα. Το αίσθημα της ασφυξίας τον ξυπνάει αρκετά ώστε να ανοίξει το φάρυγγα και να αναπνεύσει. Σ' αυτό το σημείο παρατηρείται μια βαθιά και απότομη εισπνοή ή ρόγχος που ακολουθείται από το προηγούμενο μοτίβο αναπνοής/ροχαλητού.
Όλοι αναπνέουμε λιγότερο κατά τη διάρκεια του ύπνου, όπως επίσης σε όλους μας οι μύες που κρατούν το φάρυγγα ανοικτό ατονούν κατά τη διάρκεια ορισμένων σταδίων του ύπνου. Στα άτομα με ΑΑΥ, μπορεί να υπάρχει μια ανατομική προδιάθεση (π.χ. μικρό σαγόνι ή μεγάλες αμυγδαλές κ.ά.) ή μια έντονη τάση των μυών του φάρυγγα να μη λειτουργούν επαρκώς κατά τον ύπνο. Πιο συχνός λόγος όμως είναι η αποθήκευση λίπους στο λαιμό λόγω παχυσαρκίας, με αποτέλεσμα να στενεύει η αναπνευστική οδός και να αποφράσσεται κατά τον ύπνο.
Οποιοσδήποτε μπορεί να έχει ΑΑΥ. Είναι σπάνιο ο πάσχων να γνωρίζει ότι έχει αυτό το πρόβλημα. Αντιθέτως, οι γύρω του (συνήθως ο/η σύντροφος στο κρεβάτι) παραπονούνται για δυνατό ροχαλητό και περιγράφουν ανήσυχο ύπνο, ήχους πνιγμού ή απότομων ρόγχων μετά από σιγή. Ο πάσχων μπορεί να παρουσιάσει προβλήματα μνήμης, μάθησης ή συγκέντρωσης, πρωινούς πονοκεφάλους, να γίνει ευερέθιστος ή να αλλοιωθεί η προσωπικότητά του. Μπορεί να υπάρχει συχνοουρία. Το πιο συχνό σύμπτωμα όμως είναι αυτό του συνεχούς αγώνα κατά της υπνηλίας κατά τη διάρκεια της ημέρας. Έτσι, ο πάσχων μπορεί να αποκοιμάται όταν δουλεύει, όταν οδηγεί, ακόμα κι όταν μιλάει.
Αυτός είναι και ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Ασθενείς που έχουν σε βαριά μορφή την πάθηση αυτή απαγορεύεται να οδηγούν ή να χειρίζονται βαριά/επικίνδυνα μηχανήματα γιατί συμβαίνουν συχνά ατυχήματα.
Ο πάσχων από ΑΑΥ υποφέρει από υπνηλία γιατί κάθε φορά που ασφυκτιά μισοξυπνά για να αναπνεύσει - άσχετα αν δεν ξυπνά αρκετά ώστε να θυμάται το συμβάν. Έτσι ο ύπνος διακόπτεται συνέχεια και δεν κατορθώνει ο ασθενής να κοιμηθεί βαθιά και ξεκουραστικά.
Βέβαια, η υπνηλία είναι πολύ συχνό σύμπτωμα στην κοινωνία μας. Η πιο συχνή αιτία της είναι ο υπερβολικά βραχύς χρόνος που διαθέτουμε για τον ύπνο (για τον περισσότερο κόσμο χρειάζονται 7-8 ώρες). Φυσικά, το αλκοόλ και διάφορες φαρμακευτικές ουσίες (νόμιμες ή μη) επιδεινώνουν την κατάσταση.
Η ΑΑΥ είναι πιο συχνή στους άνδρες, σε αυτούς που ροχαλίζουν δυνατά, στους παχύσαρκους, στους υπερτασικούς, σε αυτούς που έχουν ανατομικά μικρή διάμετρο στη μύτη, το στόμα ή το λαιμό, καθώς και σ' αυτούς που έχουν συγγενείς με την πάθηση. Τα παιδιά, εάν ροχαλίζουν, πρέπει να εκτιμηθούν από το γιατρό τους.
Εκτός από τα ατυχήματα, η άπνοια μπορεί να προδιαθέτει σε καρδιαγγειακά προβλήματα (υπέρταση, εγκεφαλικό, έμφραγμα, κλπ). Αυτό, γιατί κάθε φορά που ασφυκτιά κανείς, βρίσκεται σε υπερδιέγερση όπως όταν βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο ή έχει πολύ άγχος. Η πίεση μπορεί να ανέβει κατακόρυφα κατά τα διαστήματα αυτά.
Πρέπει να τονίσουμε ότι δεν έχει αποδειχθεί με βεβαιότητα ότι η άπνοια προκαλεί καρδιαγγειακές παθήσεις. Οι έρευνες που καταδείχνουν μια τέτοια σχέση δεν είναι άριστης πιστότητας. Το σημείο αυτό είναι αμφιλεγόμενο στους ιατρικούς κύκλους. Έτσι, δεν συνιστάται μελέτη ύπνου σε άτομα με υπέρταση, νόσο των στεφανιαίων, εγκεφαλικό ή πνευμονική υπέρταση που δεν έχουν άλλους παράγοντες κινδύνου για άπνοια κατά τον ύπνο.
Η διάγνωση της ΑΑΥ γίνεται με τη μελέτη ύπνου (αλλιώς, «πολυ-υπνογράφημα»). Αυτή είναι μια ολονύκτια μελέτη που περιλαμβάνει συνεχές ηλεκτροκαρδιογράφημα, συνεχή καταγραφή της αναπνευστικής προσπάθειας στο θώρακα και στην κοιλιά καθώς και της ροής του αέρα κατά την εισπνοή. Επίσης, ηχογραφείται το ροχαλητό και καταγράφεται η οξυγόνωση. Πριν τη μελέτη ύπνου, ελέγχεται η λειτουργία του θυρεοειδούς με αιματολογικές εξετάσεις και η λειτουργία των πνευμόνων με σπιρομέτρηση.
Εάν επιβεβαιωθεί η ΑΑΥ, και ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασης, συνιστούνται μερικά ή όλα από τα κατωτέρω:
1) Απώλεια βάρους (έστω και λίγα κιλά μπορεί να κάνουν τεράστια διαφορά)
2) Αποφυγή καπνίσματος, αλκοόλ και υπνωτικών/ναρκωτικών ουσιών
3) Θεραπεία αλλεργικής ή μη ρινίτιδας (μπουκώματος της μύτης)
4) Αποφυγή της στάσης ανάσκελα που επιδεινώνει την άπνοια
Αν η κατάσταση είναι σοβαρή, συνιστάται η χρήση της συσκευής CPAP. Αυτή είναι μια συσκευή που η μάσκα της σκεπάζει τη μύτη και παρέχει μια ελαφριά πίεση στον εισπνεόμενο αέρα. Αυτή η πίεση κρατά το λαιμό ανοιχτό στη διάρκεια του ύπνου. Η πίεση ρυθμίζεται ώστε να μην είναι πολύ ψηλή και ενοχλητική από τη μια, αλλά και να μην είναι πολύ χαμηλή και αναποτελεσματική από την άλλη.
Η χειρουργική αντιμετώπιση της ΑΑΥ είναι αναγκαία όταν υπάρχουν σοβαρές ανατομικές ανωμαλίες της μύτης, του φάρυγγα ή του σαγονιού. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις είναι λιγότερο αποτελεσματική από το CPAP και μπορεί να καταστήσει το CPAP αναποτελεσματικό εάν αυτή αποτύχει. Έτσι, πρέπει να υπάρχει στενή συνεργασία μεταξύ του ωτορινολαρυγγολόγου και του πνευμονολόγου για την επιλογή της καλύτερης λύσης, σύμφωνα και με τις προτιμήσεις του ασθενή. Σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις όπου η ζωή του ασθενή βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο, μπορεί να χρειαστεί τραχειοστομία ή και σμίκρυνση του στομάχου για να επιτευχθεί η απώλεια βάρους.
Εκτός από την αποφρακτική, υπάρχει και η κεντρική άπνοια κατά τον ύπνο. Στην κεντρική άπνοια το πρόσταγμα που δέχεται ο θώρακας από τον εγκέφαλο για να εισπνεύσει δεν υπάρχει κατά διαστήματα, οπότε και ο ασθενής δεν αναπνέει. Η κεντρική είναι πιο σπάνια από την αποφρακτική άπνοια και συναντάται συνήθως σε ανθρώπους με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια ή εγκεφαλικές παθήσεις.
Εν κατακλείδι, η άπνοια κατά τον ύπνο είναι μια συχνή πάθηση. Σε γενικές γραμμές, όταν η κατάσταση είναι σοβαρή, ο ασθενής πάσχει από παθολογική υπνηλία. Οι επιπτώσεις της άπνοιας είναι κυρίως η πιθανή αύξηση του κινδύνου των καρδιαγγειακών παθήσεων (αρτηριακή πίεση, έμφραγμα, εγκεφαλικό...). Η διάγνωση γίνεται με τη μελέτη ύπνου (πολυ-υπνογράφημα). Η αντιμετώπιση της πάθησης περιλαμβάνει απλές συστάσεις (απώλεια βάρους, σωστή στάση κατά τον ύπνο κ.ά.) καθώς και τη συσκευή CPAP στις περισσότερες βαριές περιπτώσεις. Με την κατάλληλη αγωγή οι περισσότεροι ασθενείς επιτυγχάνουν σημαντική βελτίωση. Πολλοί δηλώνουν «αναγεννημένοι» αφού αρχίσει η αγωγή.
Σταμάτης Ιωαννίδης
Πνευμονολόγος

http://www.klinikiagiosloukas.gr/articles_det.asp

Αρχείο Αναρτήσεων