Καρδιολογικό Βήμα

Πρόληψη και θεραπεία καρδιοπαθειών

Νέα αποτελεσματική αντιπηκτική θεραπεία

Παύλος Κ. Τούτουζας, Καθηγητής- Διευθυντής του Ελληνικού Ιδρύματος Καρδιολογίας

Πολύς λόγος γίνεται εσχάτως για φάρμακα αντιπηκτικά. Να προστατεύουν από θρόμβους μέσα στα αγγεία, τις αρτηρίες και τις φλέβες, ώστε να ρέει ελεύθερα το αίμα. Έτσι θα προλαμβάνονται δεινά: α) θρόμβος και κλείσιμο στεφανιαίας αρτηρίας με συνέπεια το έμφραγμα μυοκαρδίου, β) εμφάνιση θρόμβου σε μαρμαρυγή των κόλπων και απόσπαση αυτού από τον αριστερό κόλπο που μπορεί από την αορτή και τις καρωτίδες να ανεβεί στην κεφαλή με πρόκληση εγκεφαλικού, γ) εμφάνιση φλεβικού θρόμβου στη γάμπα του ποδιού, γαστροκνημία τη λέμε οι γιατροί και απόσπαση με άνοδο αυτού στους πνεύμονες πλέοντας στο αίμα, όπου προκαλεί πνευμονική εμβολή.
Ζητείται, λοιπόν, ένα αντιπηκτικό φάρμακο αποτελεσματικό, χωρίς να προκαλεί ή να ενισχύει αιμορραγίες με παρέμβαση στη φυσική αιμόσταση, όπως συμβαίνει με το κακάδι που εμφανίζεται στο τραύμα π.χ. όταν ανοίγει η μύτη. Και, βέβαια, χωρίς να κουράζεται ο πάσχων από τη λήψη του αντιπηκτικού με τακτικές εξετάσεις αίματος και να σταματά από μόνος του τη θεραπεία.

Η ασπιρίνη απεδείχθη χρήσιμο φάρμακο και προλαμβάνει θρομβώσεις πάνω στην αθηρωματική πλάκα που οδηγούν σε έμφραγμα ή εγκεφαλικό. Το ίδιο ισχύει για τα θρομβολυτικά φάρμακα, τα οποία χρησιμοποιούνται από τη δεκαετία του 1980. Αυτά χορηγούνται ενδοφλεβίως κατά την πρώτη ή τις πρώτες ώρες οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου: έτσι διαλύεται ο πρόσφατος θρόμβος που είναι αιτία του κακού και περιορίζεται ή αναστέλλεται η νέκρωση τμήματος του μυοκαρδίου.
Άλλη ομάδα αντιαιμοπεταλιακών-αντιθρομβωτικών φαρμάκων σε ευρεία χρήση από το 2000 και εντεύθεν είναι η κλοπιδογρέλη, η πρασουγρέλη, η τικλοδιπίνη κ.ά. που χορηγούνται συχνά αντί της ασπιρίνης ή και σπανιότερα σε συνδυασμό με ασπιρίνη. Ο συνδυασμός αυτός γίνεται συνήθως μετά από διάνοιξη στενωμένης αρτηρίας με μπαλόνι και τοποθέτηση στεντ.

Αφήσαμε τελευταία εκείνα που κυκλοφορούν ως αντιπηκτικά φάρμακα από τη δεκαετία του 1950 μέχρι σήμερα και τα οποία είναι τα κουμαρινικά παράγωγα και η βαρφαρίνη. Στην κυκλοφορία είναι γνωστά ως sintrom και panwarfin. Τελικά αυτά τα φάρμακα χρησιμοποιούνται ευρέως σε α) χρόνια κολπική μαρμαρυγή με σκοπό την πρόληψη εμβολικών επεισοδίων π.χ. εγκεφαλικού ή άλλων, β) σε οξεία θρομβοφλεβίτιδα για την πρόληψη πνευμονικής εμβολής και, λιγότερο, γ) σε στεφανιαία νόσο π.χ. οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου κατά τη διενέργεια αγγειοπλαστικής προς διάνοιξη της στεφανιαίας αρτηρίας.
Το πρόβλημα με τα αντιπηκτικά αυτά φάρμακα, την κουμαρίνη και τη βαρφαρίνη, είναι ότι πρέπει να ελέγχεται συχνά ο χρόνος προθρομβίνης και να λαμβάνεται ο δείκτης INR για να γίνει 2 έως 3 ενώ φυσιολογικά είναι 1.
Αυτό χρειάζεται οργάνωση καλή και από πλευράς εργαστηρίου αλλά και σε αρκετές περιπτώσεις της οικογενείας του πάσχοντος.

Είναι δύσκολη η αντιπηκτική θεραπεία σε απομονωμένο χωριό από όπου πρέπει να μεταβαίνει στο μικροβιολόγο μία φορά το μήνα ή και συχνότερα ο εξεταζόμενος, συχνά ηλικιωμένος. Όπως επίσης θέλει και ιδιαίτερη προσοχή η εξέταση, η οποία πρέπει να γίνεται υπό όρους καλού αντιδραστηρίου του μικροβιολόγου αλλά και προσεκτικής υγιεινοδιαιτητικής και πρόσθετης φαρμακευτικής αγωγής του πάσχοντος. Επειδή ο αριθμός, κυρίως των πασχόντων από κολπική μαρμαρυγή, είναι μεγάλος και σε προχωρημένη ηλικία φτάνει το 10% του πληθυσμού, είναι αρκετοί εκείνοι οι οποίοι εγκαταλείπουν τη θεραπεία.

Για τους λόγους αυτούς σήμερα είναι εντατική η έρευνα να βρεθεί κάποιο αντιπηκτικό φάρμακο, που να έχει τις αποτελεσματικές ιδιότητες της βαρφαρίνης και της κουμαρίνης. Τον τελευταίο καιρό λόγος γίνεται για την δαβιγατράνη, για την οποία έχουμε ήδη αναφερθεί στο πρόσφατο παρελθόν. Λαμβάνεται από το στόμα, θεωρείται πολύ καλός αναστολέας της θρομβίνης, η οποία εμπλέκεται στη γένεση του θρόμβου και την απόφραξη της αρτηρίας και οι ερευνητές εισηγούνται τη χρήση της αντί της βαρφαρίνης ή της κουμαρίνης. Το σπουδαίο τώρα είναι ότι δεν χρειάζονται εξετάσεις αίματος και, φυσικά, ούτε εξέταση INR-χρόνου προθρομβίνης. Επίσης δεν ακούγονται όλοι αυτοί οι περιορισμοί στη διατροφή και σε λήψη άλλων φαρμάκων π.χ. αντιβιοτικών, τα οποία τόσο πολύ επηρεάζουν τον χρόνο προθρομβίνης.

Ως προς την αποτελεσματικότητα της δαβιγατράνης, αυτή είναι ικανοποιητική, όπως έχουν βεβαιώσει σχετικές μελέτες. Μάλιστα μία εξ αυτών αναφέρεται στο New England Journal of Medicine, 10 Δεκεμβρίου 2009, επί ασθενών με οξεία θρομβοφλεβίτιδα και παρακολούθηση επί έξι μήνες. Η δαβιγατράνη σε δόση 150mg δύο φορές την ημέρα δόθηκε σε 1.274 ασθενείς που είχαν οξεία θρομβοφλεβίτιδα μετά την πρώτη εβδομάδα κατά την οποία εχορηγείτο ηπαρίνη και εξ αυτών 30 ασθενείς (2,4%) παρουσίασαν επεισόδια πνευμονικής εμβολής. Η βαρφαρίνη-panwarfin δόθηκε σε άλλους 1.265 ασθενείς με οξεία θρομβοφλεβίτιδα, πάλι μετά την πρώτη εβδομάδα της ηπαρίνης και εξ αυτών 27 (2,1%) είχαν επεισόδια πνευμονικής εμβολής. Δηλαδή, πρακτικά, μεταξύ των δύο ομάδων δεν υπήρχε διαφορά ως προς τον αριθμό των επεισοδίων της πνευμονικής εμβολής.

Οι αιμορραγίες, ως άλλη παρενέργεια, ήταν σαφώς λιγότερες στην ομάδα της δαβιγατράνης και περισσότερες και σοβαρότερες στην ομάδα της βαρφαρίνης. Τέλος ως προς τα σκληρά σημεία της έρευνας, ήγουν στεφανιαίας νόσου και θανάτου δεν υπήρχε διαφορά επίσης.

Οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι σε οξεία θρομβοφλεβίτιδα η δαβιγατράνη είναι το ίδιο αποτελεσματική με τη βαρφαρίνη με ασφαλές προφίλ και το πλεονέκτημα ότι δεν έχει ανάγκη εργαστηριακής παρακολούθησης από μικροβιολόγο.

Αρχείο Αναρτήσεων